Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

λαυρικό οξύ

     lavriko΄oxi΄    
lauric acid

     λόρικ άσιd    

Ερμηνεία:

Λευκό συμπαγές λιπαρό οξύ, C12H24O2,που λαμβάνεται κυρίως από το λάδι της καρύδας Ινδιών, λαυρέλαιο. Χρησιμοποιείται στην κατασκευή σαπουνιών, καλλυντικών, εστέρων και της λαυρικής αλκοόλης. Τo λαυρικό οξύ του ελαίου της καρύδας Ινδιών (coconut oil)  ενισχύει την ορμονική δραστηριότητα του θυρεοειδούς και το μεταβολισμό του σώματος.Έχει αποδειχτεί ότι το λαυρικό οξύ διαθέτει αντιφλεγμονώδεις και αντιμικροβιακές ιδιότητες.

Το λαυρικό ξύ μετατρέπεται στο σώμα  μονολαυρίνη, μια χημική ένωση που ανευρίσκεται στο μητρικό γάλα , που ενισχύει το αμυντικό σύστημα.

 



Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

Niger Med J. 2015 Mar-Apr;56(2):143-7. doi: 10.4103/0300-1652.153406. Effect of coconut oil in plaque related gingivitis - A preliminary report. Peedikayil FC1, Sreenivasan P2, Narayanan A3.

Activity of virgin coconut oil, lauric acid or monolaurin in combination with lactic acid against Staphylococcus aureus. Tangwatcharin P, Khopaibool P.Southeast Asian J Trop Med Public Health. 2012 Jul;43(4):969-85



Συνώνυμα:





 Δείτε σχετικές φωτογραφίες της Google »


© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Βιοχημεία: