Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

κολχικίνη, η

     [κόλχισιιν]    
colchicine

     [kolchiki΄ni]    

Ερμηνεία:

Αντιπελαγρικό, φάρμακο κατά της ουρικής αρθρίτιδας.

 

 



Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

Clinically acceptable colchicine concentrations have potential for the palliative treatment of human cholangiocarcinoma. Wu CC, Lin ZY, Kuoc CH, Chuang WL. Kaohsiung J Med Sci. 2015 May;31(5):229-34. 



Συνώνυμα:







© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Φαρμακολογία: