Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

κερατοσκόπηση, η

     keratoskópisi     
keratoscopy

     κερατόσκοπι     

Ερμηνεία:

Η εξέταση των ανακλάσεων από την πρόσθια επιφάνεια του κερατοειδούς, προκειμένου να καθοριστεί ο χαρακτήρας και το ποσό του αστιγματισμού του κερατοειδούς. Η κερατοσκόπηση γίνεται με ειδικό όργανο, το κερατοσκόπιο. Ο όρος πρωτοχρησιμοποιήθηκε από τον Cuiguet στη μέθοδό του για την αμφιβληστοειδοσκόπηση.



Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

The use of video-keratoscopy in predicting contact lens parameters for keratoconic fitting. Sorbara L, Dalton K. Cont Lens Anterior Eye. 2010 Jun;33(3):112-8. doi: 10.1016/j.clae.2010.01.002.



Συνώνυμα:





 Δείτε σχετικές φωτογραφίες της Google »


© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Οφθαλμολογία: