Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

καταστέλλω

     katastélo    
quell

     κουέλ    

Ερμηνεία:

Εμποδίζω την εξάπλωση, την επέκταση μιας δράσης ή ενέγειας ή εκδήλωσης.



Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

How Africa can quell the next disease outbreaks. Nkengasong JN.Nature. 2019 Mar;567(7747):147. 

Miami Obstetrician Uses Evidence to Quell Zika Fears.Voelker R.JAMA. 2016 May 17;315(19):2051-2. 

A deforestation detective rethinks how industry can quell emissions. Gewin V.Nature. 2018 Jun;558(7710):477.



Συνώνυμα:





 Δείτε σχετικές φωτογραφίες της Google »


© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Ωτορινολαρυγγολόγος, Οδοντίατρος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Ιατρικό λεξιλόγιο: