Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

καρβομερές, το

     karvomere΄s    
carbomer

     κάρbμερ    

Ερμηνεία:

Συνθετική ένωση που συνίσταται από διασταυρωμένο πολυμερές ακρυλικού οξέος με υψηλό μοριακό βάρος. Χρησιμοποιείται ως παχυντικός παράγοντας στις κρέμες καλλυντικών, τεχνιτών δακρύων κ.α.



Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

Mohammad T. Islam, Naír Rodríguez-Hornedo, Susan Ciotti, Chrisita Ackermann
AAPS J. 2004 December; 6(4): 61–67. Published online 2004 December 13. doi: 10.1208/aapsj060435


Συνώνυμα:





 Δείτε σχετικές φωτογραφίες της Google »


© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Χημεία: