Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

ισχαιμία

     ischemi΄a    
ischemia

     ισκίμια    


     Προφορά


Ερμηνεία:

 Η αναστολή ή αναχαίτιση της ροής του αίματος συνεπεία απόφραξης μιας αρτηρίας. Η απόφραξη μιας αρτηρίας ελαττώνει ή καταργεί την αιματάρδευση ενός οργάνου, συνεπεία της ισχαιμίας).

 



Ετυμολογία:

[<μτγν. ἴσχαιμος < ἴσχω [< σί-σχω, ενεστωτικός αναδιπλασιασμός του θέματος. -σχ-, του αόρ. β' ἔ-σχ-ον < ἔχω + αἷμα] < [ισχανόω ή ισχάνω = αναχαιτίζω, εμποδίζω. (Στα Ομηρικά Έπη: O Αίας Τελαμώνιος ισχάνει, αναχαιτίζει τους Τρώες. Τα δάση αναχαιτίζουν την ο

Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

Shohreh Majd, John H. T. Power, Simon A. Koblar, Hugh J. M. Grantham
Eur J Neurosci. 2016 Aug; 44(3): 1987–1997. Published online 2016 Jun 8. doi: 10.1111/ejn.13277
 
Seul Yi Lee, Jun Hee Kim
J Physiol. 2015 Jul 1; 593(Pt 13): 2793–2806. Published online 2015 May 22. doi: 10.1113/JP270060
 
Wen Jiang, Anthony J Kirkup, David Grundy
J Physiol. 2011 Aug 1; 589(Pt 15): 3867–3882. Published online 2011 Jun 13. doi: 10.1113/jphysiol.2011.209478
 


Συνώνυμα:





 Δείτε σχετικές φωτογραφίες της Google »


© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Παθολογική Φυσιολογία: