Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

ισοπετασίνη

     isopetasi΄ni    
isopetsin

     αίσπέτασιν    

Ερμηνεία:

Συστατικό του φυτού πετασίτης, που μπορεί και αναστέλλει τη σύνθεση των λευκοτριενίων. Βλ Πετασίτης]



Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

Bronchodilatory effects of S-isopetasin, an antimuscarinic sesquiterpene of Petasites formosanus, on obstructive airway hyperresponsiveness. Lin LH, Huang TJ, Wang SH, Lin YL, Wu SN, Ko WC. Eur J Pharmacol. 2008 Apr 28;584(2-3):398-404. doi: 10.1016/j.ejphar.2008.02.034. 

Differential inhibition of inflammatory effector functions by petasin,isopetasin and neopetasin in human eosinophils. Thomet OA, Wiesmann UN, Blaser K, Simon HU. Clin Exp Allergy. 2001 Aug;31(8):1310-20.



Συνώνυμα:





 Δείτε σχετικές φωτογραφίες της Google »


© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Εναλλακτική Ιατρική: