Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

ημερήσιος

     imeri΄sios    
diurnal

     dιέρναλ    


     Προφορά


Ερμηνεία:

Αυτός που συμβαίνει ή διαρκεί κατά τη διάρκεια της ημέρας.O ημερόβιος (αυτό το ζώο που μένει ξύπνιο την ημέρα και κοιμάται το βράδυ, Το αντίθετό  του είναι νυκτόβιος (nocturnal).



Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

Diurnal variations in personal care products in seawater and mussels at three Mediterranean coastal sites. Picot-Groz M, Fenet H, Martinez Bueno MJ, Rosain D, Gomez E. Environ Sci Pollut Res Int. 2018 Jan 15. doi: 10.1007/s11356-017-1100-1.

Investigating the Seasonal and Diurnal Cycles of Ocean Vector Winds Near the Philippines Using RapidScat and CCMP. Lang TJ. J Geophys Res Atmos. 2017 Sep 27;122(18):9668-9684. doi: 10.1002/2017JD027516.

Cognitive control moderates parenting stress effects on children's diurnal cortisol. Raffington L, Schmiedek F, Heim C, Shing YL. PLoS One. 2018 Jan 12;13(1):e0191215. doi: 10.1371/journal.pone.0191215. eCollection 2018.



Συνώνυμα:







© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Βιολογία: