Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

επιγλωττίτιδα, η οξεία (Ο.Ε.)

     [επιγκλοτάϊτις, ακιούτ]    
epiglottitis, acute

     [epiγloti΄tiδa, oxi΄a ]    

Ερμηνεία:

H οξεία επιγλωττίτιδα των ενηλίκων είναι μικροβιακή λοίμωξη, η οποία διατρέχει ύπουλα και είναι δυνατόν σε διάστημα λίγων ωρών να προκαλέσει πλήρη απόφραξη της ανώτερης αναπνευστικής οδού. H οξεία επιγλωττίτιδα είναι ασυνήθιστη σήμερα στα παιδιά, διότι η εισαγωγή του εμβολίου κατά του Αιμοφίλου της ινφλουέντσας τύπου Β έλλαξε τη νοσηρότητα, θνησιμότητα και τη μικροβιολογία της νόσου.

 

 



Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

Descending necrotizing mediastinitis resulting rom acute epiglottitis; report of a case].Yajima K, Neyatani H, Takahashi T. Kyobu Geka. 2014 Aug;67(9):860-3.

Acute epiglottitis due to group A β-hemolytic streptococcus in a child]. Mazenq J, Retornaz K, Vialet R, Dubus JC. Arch Pediatr. 2015 Jun;22(6):613-5.

Φωτογραφίες στην Google για την οξεία επιγλωττίτιδα, epiglottitis, acute



Συνώνυμα:







© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Ωτορινολαρυγγολογία: