Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

επιβεβαιώνω

     epiveveo΄no    
corrropborate

     κοροbορέϊτ    


     Προφορά


Ερμηνεία:

Υποστηρίζω ή επιβεβαιώνω κάτι.



Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

Avoiding a second amniocentesis to corroborate prenatal diagnosis by using refrigerated samples.Méndez-Rosado LA et al. J Matern Fetal Neonatal Med. (2017)

Herbal medicine for the management of polycystic ovary syndrome (PCOS) and associated oligo/amenorrhoea and hyperandrogenism; a review of the laboratory evidence for effects with corroborative clinical findings.Arentz S et al. BMC Complement Altern Med. (2014)

Physiological measurements corroborate symptomatic improvement after therapeutic leukapheresis in a pregnant woman with chronic myelogenous leukemia.Galera P et al. J Clin Apher. (2016)



Συνώνυμα:
confirm





 Δείτε σχετικές φωτογραφίες της Google »


© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Ιατρικό λεξιλόγιο: