Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

εξασθενημένος, διαταραγμένος, φθαρμένος, βλαμένος

     exastheniménos, δiataraγme΄nos, ftharménos, vlame΄nos     
impaired

     ιμπέαρd    

Ερμηνεία:

Αυτός που έχει εξασθενίσει, βλαπτεί, διαταραχτεί ή φθσρεί.



Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

Robert F. Leeman, Julie A. Patock-Peckham, Marc N. Potenza
Exp Clin Psychopharmacol. 
Published in final edited form as: Exp Clin Psychopharmacol. 2012 April; 20(2): 92–106. Published online 2011 December 19. doi: 10.1037/a0026463
 
Strengthening Impaired-Driving Enforcement in the United States. Robert B. Voas, James C. Fell. Traffic Inj Prev. Published in final edited form as: Traffic Inj Prev. 2013; 14(7): 10.1080/15389588.2012.754095.doi: 10.1080/15389588.2012.754095.
 
Robert F. Leeman, Cheryl L. Beseler, Christa M. Helms, Julie A. Patock-Peckham, Vanessa A. Wakeling, Christopher W. Kahler. Alcohol Clin Exp Res. 
Published in final edited form as: Alcohol Clin Exp Res. 2014 February; 38(2): 301–308. Published online 2013 October 7. doi: 10.1111/acer.12269


Συνώνυμα:





 Δείτε σχετικές φωτογραφίες της Google »


© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Παθολογία: