Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

ενοχλώ, παρενοχλώ

     enochló, parenochló     
pester

     πέστερ     

Ερμηνεία:



Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

Children 'pester' for advertised junk food. [No authors listed] Community Pract. 2015 Mar;88(3):8.



Συνώνυμα:





 Δείτε σχετικές φωτογραφίες της Google »


© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Ιατρονομικοί όροι: