Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

ενδορφίνες, οι

     [ενdο΄ρφινς]    
endorphins

     [enδorfi΄nes]    

Ερμηνεία:

Ενδογενή πεπτίδια (πεπτιδικές ορμόνες) που παράγονται στον οργανισμό και ασκούν νευροδιαβιβαστική και νευροενδοκρινική δράση στο κεντρικό νευρικό σύστημα. Συνδέονται προς τους υποδοχείς των οπιοειδών και ανευρίσκονται κυρίως στον εγκέφαλο. Οι ενδορφίνες περιορίζουν το αίσθημα του πόνου και επηρεάζουν τα συναισθήματα. Οι ενδορφίνες που έχουν εντοπιστεί είναι η β-ενδορφίνη, λευκίνη-εγκεφαλίνη, μεθειονίνη-εγκεφαλίνη.



Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

Endorphins: endogenous substrates for dental analgesia? K. M. Hargreaves. Anesth Prog. 1980 May-Jun; 27(3): 88–91.
 


Συνώνυμα:







© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Βιοχημεία: