Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

ενδομύιο

     enδomi΄io    
endomysium

     ενdοουμίζιουμ    


     Προφορά


Ερμηνεία:

χαλαρός συνδετικός ιστός που περιβάλλει μια μυική ίνα, δικτυωτές ίνες, μικροτριχοειδή και νευρωνικούς κλάδους. 

 



Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

Primate liver tissue as an alternative substrate for endomysium antibody immunofluorescence testing in diagnostics of paediatric coeliac disease. Wolf J, Jahnke A, Fechner K, Richter T, Laass MW, Hauer A, Stern M, de Laffolie J, Flemming G, Mothes T. Clin Chim Acta. 2016 Sep 1;460:72-7. doi: 10.1016/j.cca.2016.06.023.

BIORESORBABLE PROPERTIES OF CHITOSAN FIBERS IN ENDOMYSIUM AND PERIMYSIUM MUSCLE TISSUE. Dobrovolskaya IP, Popryaduhin PV, Yudin VE, Ivankova EM, Yukina GU, Yudenko AN, Smirnova V. Tsitologiia. 2016;58(6):460-6. English, Russian. PMID:30192117

Endomysium: autoantigen in coeliac disease. Feighery C, Whelan A, Weir DG. Eur J Gastroenterol Hepatol. 1997 Jul;9(7):655-6.



Συνώνυμα:







© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Ιστολογία: