Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

εναρμονισμένος, -η, -ο

     enarmonisme΄nos, -i, -o    
attuned

     ατιούνd    

Ερμηνεία:

Βάζω κάτι να ταιριάζει ή να συμφωνείή να προσαρμοστεί  με κάτι άλλο,



Ετυμολογία:

[<εν + αρμονίζω (βάζω σε αρμονία)]

Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

Sohye Kim, Peter Fonagy, Jon Allen, Sheila Martinez, Udita Iyengar, Lane Strathearn
Infant Behav Dev. 
Published in final edited form as: Infant Behav Dev. 2014 Nov; 37(4): 491–504. Published online 2014 Jul 12. doi: 10.1016/j.infbeh.2014.06.002
 
Charlotte Field, Melissa L. Allen, Charlie Lewis
J Autism Dev Disord. 2016; 46: 1210–1219. Published online 2015 Dec 14. doi: 10.1007/s10803-015-2657-5
 
Yaniv Morgenstern, Wilson S. Geisler, Richard F. Murray
J Vis. 2014; 14(9): 15. Published online 2014 Aug 19. doi: 10.1167/14.9.15


Συνώνυμα:





 Δείτε σχετικές φωτογραφίες της Google »


© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Ιατρικό λεξιλόγιο: