Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

ελλοχεύω

     elochévo    
loom

     λούουμ    

Ερμηνεία:

Ενεδρεύω, καραδοκώ, παραμονεύω, στήνω παγίδα ή καρτέρι.



Ετυμολογία:

< λόχος, company; band

Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

Data deadlines loom large for the NHS. Armstrong S. BMJ 2018. PMID 29563084
 
The butterfly and the loom. Douglas RJ and Martin KA. Brain Res Rev 2007 - Review. PMID 17560658
 
Onuora S. Nat Rev Rheumatol 2016. PMID 27487938
 


Συνώνυμα:







© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Ιατρικό λεξιλόγιο: