Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

ελλειποβαρής, -ής, -ές

     [άνdεργουέ¨τ]    
underweight

     [elipovaris, -i΄s, -es]    

Ερμηνεία:

Aυτός που του λείπει βάρος. Αυτός που το βάρος του βρίσκεται κάτω από το κανονικό, π.χ. ζυγίζει τουλάχιστο 10 κιλά λιγότερο από το κανονικό, he is at least 10 kilos underweight.  



Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

Types of reproductive disorders in underweight and overweight young females and correlations of respective hormonal changes with BMI. Aladashvili-Chikvaidze N, Kristesashvili J, Gegechkori M. Iran J Reprod Med. 2015 Mar;13(3):135-40.



Συνώνυμα:







© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Ενδοκρινολογία: