Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

διαταραγμένος

     δiataraγe΄nos    
impaired

     ιμπέερd    

Ερμηνεία:



Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

Molecular Mechanisms Linking Autonomic Dysfunction and ImpairedCardiac Contractility in Critical Illness. Ackland GL, Whittle J, Toner A, Machhada A, Del Arroyo AG, Sciuso A, Jenkins N, Dyson A, Struthers R, Sneyd JR, Minto G, Singer M, Shah AM, Gourine AV. Crit Care Med. 2016 Mar 4.

Impaired Perception of Biological Motion in Parkinson's Disease. Jaywant A, Shiffrar M, Roy S, Cronin-Golomb A. Neuropsychology. 2016 Mar 7.

Shared neuroanatomical substrates of impaired phonological working memory across reading disability and autism. Lu C, Qi Z, Harris A, Weil LW, Han M, Halverson K, Perrachione TK, Kjelgaard M, Wexler K, Tager-Flusberg H, Gabrieli JD. Biol Psychiatry Cogn Neurosci Neuroimaging. 2016 Mar 1;1(2):169-177.



Συνώνυμα:
βλαμμένος, εξασθενημένος, κατεστραμμένος





 Δείτε σχετικές φωτογραφίες της Google »


© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Ιατρικό λεξιλόγιο: