Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

γρανισετρόνη, η

         
granisetron

     [γranisetro΄ni]    

Ερμηνεία:

Αντιεμετικό, ανταγωνιστής των 5-ΗΤ3 υποδοχέων.



Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

Does Granisetron Eliminate the Gag Reflex? A Crossover, Double-Blind, Placebo-Controlled Pilot Study Silvina Friedlander Barenboim, Vladislav Dvoyris, Eliezer Kaufman Anesth Prog. 2009 Spring; 56(1): 3–8.


Συνώνυμα:







© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Φαρμακολογία: