Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

γοναδορελίνη

     γonaδrelίni    
gonadorelin

     γοναdορέλιν    

Ερμηνεία:

Ονομασία για τον αγωνιστή έκκλυσης ωχρινοτρόπου ορμόνης (luteinizing hormone releasing agonist)



Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

Zn(2+)-triggered self-assembly of Gonadorelin [6-D-Phe] to produce nanostructures and fibrils.Yordanova Y, Vanderlinden W, Stoll R, Rüdiger D, Tosstorff A, Zaremba W, Winter G, Zahler S, Friess W.Sci Rep. 2018 Jul 26;8(1):11280.

Anaphylaxis to gonadorelin acetate in a girl with central precocious puberty.Akın O, Yavuz ST, Hacıhamdioğlu B, Sarı E, Gürsel O, Yeşilkaya E.J Pediatr Endocrinol Metab. 2015 Nov 1;28(11-12):1387-9.

Effect of different gonadorelin (GnRH) products used for the first or resynchronized timed artificial insemination on pregnancy rates in postpartum dairy cows. Poock SE, Lamberson WR, Lucy MC.Theriogenology. 2015 Sep 1;84(4):504-8.



Συνώνυμα:





 Δείτε σχετικές φωτογραφίες της Google »


© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Ωτορινολαρυγγολόγος, Οδοντίατρος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Φαρμακολογία: