Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

γογγυσμός

     [γκράντιν]    
grunting

     [γogkismo΄s]    

Ερμηνεία:

Πρόκειται για ήχο συνεχή, εκπνευστικό, με μουσικό χαρακτήρα χαμηλής συχνότητας. Προκαλείται από τη μερική σύγκλιση της γλωττίδας κατά την εκπνοή. Πιστεύεται ότι πρόκειται για προσπάθεια παράτασης της εκπνοής και διατήρησης υψηλής τελοεκπνευστικής ενδοκυψελιδικής πίεσης, ώστε να περιοριστεί η σύμπτωση των περιφερικών αεραγωγών, όταν ελλείπει επαρκής ποσότητα επιφανειοδραστικού παράγοντα. Αποτελεί κλασική εκδήλωση θορυβώδους αναπνοής στο σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας των νεογνών, αλλά παρουσιάζεται και σε άλλες παθήσεις παιδιών και ενηλίκων, όπου πάσχουν οι κυψελίδες ή και ο υπεζωκότας.



Ετυμολογία:

[<Προέρχεται από το ρήμα γογγύζω (βογκώ)

Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

A preliminary investigation regarding the effect of tennis grunting: does white noise during a tennis shot have a negative impact on shot perception? Sinnett S, Kingstone A.PLoS One. 2010 Oct 1;5(10).



Συνώνυμα:







© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Παιδιατρική: