Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

γαλουχία

     γaluchi΄a    
lactation

     λακτέϊσον    

Ερμηνεία:

θηλασμός, γαλακτοτρόφηση. 1. Η δημιουργία και έκκριση του γάλακτος στους μαζικούς αδένες του μαστού. 2. Η χρονική περίοδος  μετά τον τοκετό, κατά την οποία οι μαζικοί αδένες του μαστού εκκρίνουν γάλα.
 
 
 


Ετυμολογία:

[Latin) lacto (θηλάζομαι) < lactatio (θηλασμός, γαλακτοτρόφηση, suckle)]

Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:



Συνώνυμα:





 Δείτε σχετικές φωτογραφίες της Google »


© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Παιδιατρική: