Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

γάμμα-γλουταμυλο τρανσφεράση (γGT)

         
gamma-glutamyltransferase (GGT)

         

Ερμηνεία:

H γGT ή GGT είναι μια συντομογραφία για τη γάμμα-γλουταμυλο τρανσφεράση (gamma-glutamyltransferase). Eίναι ένα ένζυμο του ήπατος. Είναι επίσης γνωστή ως γάμμα-γλουταμυλο τρανσπεπτιδάση (GGTP ή g-GTP). Μια εξέταση αίματος με νηστικό το άτομο τουλάχιστον για 8 ώρες μπορεί να προσδιορίσει το επίπεδο της γGT και χρησιμοποιείται για την ανίχνευση βλάβης στο ήπαρ. 

Τα επίπεδα γGT αυξάνονται σε άτομα με ασθένειες που προκαλούν βλάβη στο ήπαρ και το πάγκρεας. Για παράδειγμα, το 75% των ανθρώπων που συνήθως καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες αλκοόλ έχουν αυξημένα επίπεδα της γGT.

Η γ-γλουταμυλτρανσφεράση (GGT), που θεωρείται ως δείκτης υπερβολικής κατανάλωσης αλκοόλ ή ηπατικών διαταραχών, είναι ένα ένζυμο που καταλύει το πρώτο βήμα στην εξωκυτταρική αποδόμηση της αντιοξειδωτικής γλουταθειόνης (GSH) και μπορεί να λάβει μέρος στην αθηρωματογένεση [1].

Η γ-γλουταμυλτρανσφεράση παίζει βασικό ρόλο στη σύνθεση και το μεταβολισμό της εξωκυτταρικής γλουταθειόνης, που είναι ένα σημαντικό αντιοξειδωτικό, που συμμετέχει σε διάφορους αμυντικούς μηχανισμούς του σώματος.

Η γ-γλουταμυλτρανσφεράση επηρεάζεται από περιβαλλοντικούς και γενετικούς παράγοντες και αυξάνεται όταν υπάρχει εξάντληση της γλουταθειόνης. 

Ως εκ τούτου, είναι ένας δείκτης οξειδωτικού στρες. Υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις ότι η γ-γλουταμυλοτρανσφεράση ακόμη και όταν οι τιμές βρίσκονται εντός του διαστήματος αναφοράς σχετίζεται με αυξημένη καρδιαγγειακή και θνησιμότητα όλων των αιτιών και στα δύο φύλα, σε φυσιολογικά άτομα και άτομα με στεφανιαία νόσο, στους μεσήλικες και τους ηλικιωμένους μετά την προσαρμογή για συγχέοντας παράγοντες. 

Η γ-γλουταμυλτρανσφεράση ακόμη και εντός του διαστήματος αναφοράς σχετίζεται με μελλοντική παρουσίαση του διαβήτη τύπου 2 και η διαμήκη αύξηση της δραστηριότητας της γ-γλουταμυλτρανσφεράσης σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο διαβήτη τύπου 2 και καρδιαγγειακή θνησιμότητα. 

Η γ-γλουταμυλτρανσφεράση σχετίζεται με παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου και μεταβολικό σύνδρομο. Έχει προγνωστική τιμή μετά από προηγούμενο οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου και μπορεί να αποτελεί ένδειξη δυσμενών αποτελεσμάτων σε οξεία στεφανιαία σύνδρομα και άλλες χρόνιες καρδιακές διαταραχές. 

Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα σχετικά με τη γ-γλουταμυλτρανσφεράση και οποιαδήποτε συσχέτιση της με περιφερική αρτηριακή νόσο. Επίσης δεν είναι γνωστό αν η δραστηριότητας της γ-γλουταμυλτρανσφεράσης βελτιώνει την πρόβλεψη του καρδιαγγειακού κινδύνου πέρα ​​από τους συμβατικούς παράγοντες κινδύνου. 

Η γ-γλουταμυλτρανσφεράση είναι παρούσα σε αθηροσκληρωτικές βλάβες στις στεφανιαίες και καρωτιδικές αρτηρίες και έχει έναν ρόλο οξειδωτικού που οδηγεί στην παραγωγή αντιδραστικών ειδών οξυγόνου και αθηροσκλήρωσης [2].



Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

Gamma-glutamyltransferase to determine cardiovascular risk: shifting the paradigm forward. Turgut O, Tandogan I.J Atheroscler Thromb. 2011;18(3):177-81.

What does serum γ-glutamyltransferase tell us as a cardiometabolic risk marker? Bulusu S, Sharma M.Ann Clin Biochem. 2016 May;53(Pt 3):312-32.



Συνώνυμα:





 Δείτε σχετικές φωτογραφίες της Google »


© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Ωτορινολαρυγγολόγος, Οδοντίατρος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Βιοχημεία: