Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

βυζί, το (πλ. τα βυζιά)

     vizi΄(pl. vizia΄)    
boob

     bούουb    

Ερμηνεία:

Ο μαστός. Ο όρος χρησιμοποιείται εκλαϊκευμένα, στην καθομιλουμένη Ελληνική και Αγγλική γλώσσα.



Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

Jill Russell, Deborah Swinglehurst, Trisha Greenhalgh
BMC Health Serv Res. 2014; 14: 413. Published online 2014 Sep 20. doi: 10.1186/1472-6963-14-413
 
Call it 'jiffy boob': what's lacking when care has assembly-line efficiency. Fogarty CT. Health Aff (Millwood). 2011 Nov;30(11):2204-7. doi: 10.1377/hlthaff.2010.1106.
 
Diary of a nurse with cancer. Boob talk. Jones IH. Nurs Times. 2002 Apr 9-15;98(15):27.


Συνώνυμα:
breast





 Δείτε σχετικές φωτογραφίες της Google »


© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Ανατομική: