Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

βαλτώδης, -ης, -ες

     valtóδis, -is, -es    
marchy

     μάρσι    

Ερμηνεία:

Περιοχή εδάφους με στάσιμα νερά, που δημιουργούν βάλτο ή έλος.



Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

Effect of photoperiod change on chronobiology of cercarial emergence of Schistosoma japonicum derived from hilly and marshy regions of China. Wang SR, Zhu YJ, Ge QP, Yang MJ, Huang JL, Huang WQ, Zhuge HX, Lu DB. Exp Parasitol. 2015 Dec;159:227-32. doi: 10.1016/j.exppara.2015.10.004. Epub 2015 Oct 17.

[Research on iron in marshy rivers of the Sanjiang Plain]. Pan XF, Yan BX, Wang LX. Huan Jing Ke Xue. 2010 Sep;31(9):2042-7.

Interpretation and discrimination of marshy wetlands by soil factors in the Kuan-Tu Natural Park, Taiwan. Liao SW, Chang WL. Environ Monit Assess. 2005 Aug;107(1-3):181-202.



Συνώνυμα:





 Δείτε σχετικές φωτογραφίες της Google »


© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Βιολογία: