Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

βάδισμα

     váδisma    
walking; gait

     γουόκιν, γκέϊ    

Ερμηνεία:

Η χρησιμοποίηση των ποδιών για μετακίνηση.

Αν και οι περισσότεροι άνθρωποι χρησιμοποιούν εναλλακτικά τον όρο  gait και  walking, εν τούτοις με τον όρο gait περιγράφεται ο τρόπος του βαδίσματος, παρά η διαδικασία του βαδίσματος.


Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

 

The effect of walking speed on quality of gait in older adults. Huijben B, et al. Gait Posture 2018. PMID 30558916

Effect of Orthotic Gait Training with Isocentric Reciprocating Gait Orthosis onWalking in Children with Myelomeningocele. Arazpour M, et al. Top Spinal Cord Inj Rehabil 2017. PMID 29339891 Free PMC article

Temporal-spatial gait parameter models of very slow walking. Smith AJJ and Lemaire ED. Gait Posture 2018. PMID 29331720

 

 


Συνώνυμα:





 Δείτε σχετικές φωτογραφίες της Google »


© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Φυσιολογία,: