Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

αχολία

     acholi΄a    
acholia

     εϊκόλια    


     Προφορά


Ερμηνεία:

Η πουσία ή έλλειψη της έκκρισης χολής, λόγω δυσλειτουργίας των χοληφόρων αγγείων. Κλινική εικόνα: Στεατόρροια, εντερική αυτοτοξίκωση,  και ανάπτυξης δυσβακτηρίωσης, έλλειψη λιποδιαλυτών βιταμινών (Α, D, Ε, Κ)

 



Ετυμολογία:

α- (στερητικό) + χολή [a- + chole (bile)

Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

[A method of restoration of bile loss during acholia]. Popov AN, Minnebaev MM, Sungatullin AG. Biull Eksp Biol Med. 1997 Feb;123(2):192-5.

[Endotoxemia in experimental acholia]. Popov AN, Minnebaev MM. Biull Eksp Biol Med. 1997 Jan;123(1):101-2

[Methods for the prevention and treatment of acholia]. Vecherko VN, Khatsko VV, Konoplia PP, Kolkin IaG, Ukolov IuA. Klin Khir. 1994;(3):29-31.



Συνώνυμα:





 Δείτε σχετικές φωτογραφίες της Google »


© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Παθολογική Φυσιολογία: