Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

ασταθής

     astathi΄s    
erratic

     εράτικ    


     Προφορά


Ερμηνεία:

Αυτός που δεν έχει σταθερή πορεία ή εξέλιξη. Αυτός που έχει διαρκώς μεταβαλόμενη συμπεριφορά



Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

A Smartphone App Reveals Erratic Diurnal Eating Patterns in Humans that Can Be Modulated for Health Benefits. Gill S, Panda S. Cell Metab. 2015 Nov 3;22(5):789-98.

Erratic loci relationships. Zlotorynski E. Nat Rev Mol Cell Biol. 2019 Apr;20(4):196-197. doi: 10.1038/s41580-019-0115-5.

Erratic electricity supply (Dumsor) and anxiety disorders among university students in Ghana: a cross sectional study.Ibrahim A, Aryeetey GC, Asampong E, Dwomoh D, Nonvignon J. Int J Ment Health Syst. 2016 Mar 2;10:17.

Erratic Serum Creatinine Concentrations in a Cardiac Patient. Charifa A, Bunch DR, El-Khoury JM. Clin Chem. 2018 Oct;64(10):1543-1544. 



Συνώνυμα:
unstable, erratic, unsteady, choppy, inconstant, tottering





 Δείτε σχετικές φωτογραφίες της Google »


© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Ιατρικό λεξιλόγιο: