Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

ασκαλωνιο

     askalo΄nio    
shallot

     σάλοτ    


     Προφορά


Ερμηνεία:

Είδος κρεμμυδιού, που είναι μακρύτερο από το κοκάρι και πλησιάζει σε μέγεθος μια μικρή μπανάνα. Εργαστηριακά έχει βρεθεί ότι διαθέτει αντικαρκινικές ιδιότητες. Oι ιδιότητες αυτές αποδίδονται στην στεροειδή σαπονίνη Cepa2, η οποία παράγεται από τις ρίζες του ασκαλωνίου  



Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

Isolation and characterization of Cepa2, a natural alliospiroside A, from shallot (Allium cepa L. Aggregatum group) with anticancer activity. Abdelrahman M, Mahmoud HYAH, El-Sayed M, Tanaka S, Tran LS. Plant Physiol Biochem. 2017 Jul;116:167-173. doi: 10.1016/j.plaphy.2017.05.006. 

Persian shallot, Allium hirtifolium Boiss, induced apoptosis in human hepatocellular carcinoma cells. Hosseini FS, Falahati-Pour SK, Hajizadeh MR, Khoshdel A, Mirzaei MR, Ahmadirad H, Behroozi R, Jafari N, Mahmoodi M. Cytotechnology. 2017 Aug;69(4):551-563. doi: 10.1007/s10616-017-0093-4. 

Anticancer and anti-inflammatory activities of shallot (Allium ascalonicum) extract. Mohammadi-Motlagh HR, Mostafaie A, Mansouri K. Arch Med Sci. 2011 Feb;7(1):38-44. doi: 10.5114/aoms.2011.20602. 

 



Συνώνυμα:
(Allium ascalonium)







© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Φυτοφαρμακολογία: