Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

αρχίζω να επιδρώ

         
kick in

         

Ερμηνεία:

Το ρήμα kick in χρησιμοποιείται στις περιπτώσεις που χορηγείται κάποιο φάρμακο ή αντίδοτο δηλητηρίου.



Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

Editorial: rifaximin-a kick in the gut for spontaneous bacterial peritonitis? Woodhouse C, Shawcross DL.Aliment Pharmacol Ther. 2018 Jan;47(2):301-303.

A Kick in the Groin. Kannikeswaran N, Shah A, Fichadia U, Arora R.Clin Pediatr (Phila). 2015 Oct;54(11):1113-6. 

A kick in the butt: time to address tobacco waste in New Zealand. Metcalfe S, Murray P, Schousboe C.N Z Med J. 2017 Jun 2;130(1456):65-69.



Συνώνυμα:





 Δείτε σχετικές φωτογραφίες της Google »


© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Ιατρικό λεξιλόγιο: