Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

αποβάλλω

     apova΄lo    
suspend

     σασπένd    

Ερμηνεία:

Το ρήμα suspend αποδίδει στα Αγγλικά και άλλες έννοιες, όπως:

κρεμάω, κρεμώ, αναρτώ [There is a hook on wall which can be used to suspend it]

κρεμάω κάτι από, κρεμάω κάτι σε κάτι αναρτώ κάτι από κάτι [Don't suspend anything inproper from these hooks]

αναστέλλω, διακόπτω προσωρινά [postpone, delay] [The game was suspended because of heavy rain]

αναστέλλω, αφήνω κάτι  για αργότερα [Υou have to  suspend your judgment till all the facts are in]

θέτω κάποιον  σε διαθεσιμότητα, αποβάλλω κάποιον [student suspended after taking a photo of her school's dirty water, μαθητής αποβλήθηκε από το σχολείο του, διότι φωτογράφησε το βρώμικο νερό του σχολείου του]

αναβάλλω, αναστέλλω, διακόπτω (suspend operations)  [stop business activity][ After declaring bankruptcy the factory  suspended operations]

 

 



Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

Clinicians suspend 'unsafe' emergency services for young people at Midlands hospital. [No authors listed]. Emerg Nurse. 2016 Sep;24(5):7. doi: 10.7748/en.24.5.7.s6.

A Novel Approach to the Management of Neonatal Diabetes Using Sensor-Augmented Insulin Pump Therapy With Threshold Suspend Technology at Diagnosis. Marin MT, Coffey ML, Beck JK, Dasari PS, Allen R, Krishnan S. Diabetes Spectr. 2016 Aug;29(3):176-9. doi: 10.2337/diaspect.29.3.176.

CCG ditches plan to suspend non-urgent referrals. Gulland A. BMJ. 2016 Aug 12;354:i4444. doi: 10.1136/bmj.i4444. 



Συνώνυμα:
expel, ιξπέλ





 Δείτε σχετικές φωτογραφίες της Google »


© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Ιατρικό λεξιλόγιο: