Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

απατηλός, -ή, -ό

     apatilo΄s, -i΄-o΄    
deceptive

     dισέπτιβ    

Ερμηνεία:

Αυτός που δεν είναι ότι φαίνεται, αυτός που εξαπατάει ή ξεγελάει.



Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

Iris Güldenpenning, Wilfried Kunde, Matthias Weigelt
Front Psychol. 2017; 8: 917. Published online 2017 May 31. doi: 10.3389/fpsyg.2017.00917
 
Nicolas Roulin, Joshua S. Bourdage
Front Psychol. 2017; 8: 29. Published online 2017 Jan 24. doi: 10.3389/fpsyg.2017.00029
 
Maxim Kireev, Alexander Korotkov, Natalia Medvedeva, Ruslan Masharipov, Svyatoslav Medvedev
Front Neurosci. 2017; 11: 482. Published online 2017 Aug 31. doi: 10.3389/fnins.2017.00482
 
 


Συνώνυμα:





 Δείτε σχετικές φωτογραφίες της Google »


© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Ιατρικό λεξιλόγιο: