Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

ανήσυχος, -η, -ο

     ani΄sichos, -i, -o    
worrisome

     γουόρισαμ    

Ερμηνεία:

Αυτός που έχει χάσει την ψυχική του ηρεμία και αταραξία. Η ανησυχία συνυπάρχει σε αγχώδεις διαταραχές ή όταν υπάρχει κάποιο αντικειμενικό φοβικό επίμονο ερέθισμα. 



Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

E. Maseda, G. Maggi, R. Gomez-Gil, G. Ruiz, R. Madero, A. Garcia-Perea, L. Aguilar, F. Gilsanz, J. Rodriguez-Baño
J Clin Microbiol. 2013 February; 51(2): 518–521. doi: 10.1128/JCM.02469-12
 
Transactions of General Council: worrisome aspects. E.H. Baergen. CMAJ. 1986 October 1; 135(7): 728.


Συνώνυμα:





 Δείτε σχετικές φωτογραφίες της Google »


© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Ιατρικό λεξιλόγιο: