Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

αμφιγεννητικός, -ή, -ό

     amfiγenetiko΄s, -i, ο΄    
amphigenetic

     αμφιτζενέτικ    

Ερμηνεία:

Ο αναπαραγόμενος από τη συνένωση των γαμετών και των δύο φὐλων. Αυτός που έχει ταυτόχρονα ιστό όρχεος και ωοθήκης. 


Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

Eric M. Rodriguez, Megan C. Lytle, Michelle D. Vaughan
J Bisex. 
Published in final edited form as: J Bisex. 2013 July; 13(3): 285–309. doi: 10.1080/15299716.2013.813001
 
Brian Dodge, Phillip W. Schnarrs, Michael Reece, Gabriel Goncalves, Omar Martinez, Ryan Nix, David Malebranche, Barbara Van Der Pol, Maresa Murray, J. Dennis Fortenberry
Cult Health Sex. 
Published in final edited form as: Cult Health Sex. 2012 October; 14(9): 1095–1110. Published online 2012 September 17.


Συνώνυμα:
αμφισεξουαλικός, δίφυλος, bisexual





 Δείτε σχετικές φωτογραφίες της Google »


© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Βιολογία: