Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

αλόφιλος

     alo΄filos    
halophile

     χέλοφιλ    


     Προφορά


Ερμηνεία:

Αλόφιλος ή αλοφιλικός είναι ένας οργανισμός, που προκειμένου να αναπτυχθεί χρειάζεται περιβάλλον άλατος.



Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

Unique Features of Halophilic Proteins. Arakawa T, Yamaguchi R, Tokunaga H, Tokunaga M. Curr Protein Pept Sci. 2017;18(1):65-71. 

Halophiles, coming stars for industrial biotechnology. Yin J, Chen JC, Wu Q, Chen GQ. Biotechnol Adv. 2015 Nov 15;33(7):1433-42. 

Halophilic & halotolerant prokaryotes in humans. Seck EH, Dufour JC, Raoult D, Lagier JC. Future Microbiol. 2018 Jun 1;13:799-812. doi: 10.2217/fmb-2017-0237.

Halophilic microorganisms in deteriorated historic buildings: insights into their characteristics. Adamiak J, Otlewska A, Gutarowska B, Pietrzak A. Acta Biochim Pol. 2016;63(2):335-41.



Συνώνυμα:
αλοφιλικό







© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Μικροβιολογία: