Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

αλοπεριδόλη, η

     aloperiδo΄li    
haloperidol

     χαλοπέριdολ    

Ερμηνεία:

Ευρέως διαδεδομένο νευροληπτικό φάρμακο. Βλέπε ALOPERIDIN

 



Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

Xin Wang, Leonid Kruglyak
PLoS Genet. 2014 December; 10(12): e1004894. Published online 2014 December 18. doi: 10.1371/journal.pgen.1004894.
 
Cheng Yang, Yan Chen, Lei Tang, Zaijie Jim Wang
J Pharmacol Exp Ther. 2011 July; 338(1): 164–172. doi: 10.1124/jpet.110.175539
 
Marieke T. Blom, Abdennasser Bardai, Barbara C. van Munster, Mei-Ing Nieuwland, Hendrik de Jong, Daniel A. van Hoeijen, Anne M. Spanjaart, Anthonius de Boer, Sophia E. de Rooij, Hanno L. Tan
PLoS One. 2011; 6(9): e23728. Published online 2011 September 22. doi: 10.1371/journal.pone.0023728


Συνώνυμα:





 Δείτε σχετικές φωτογραφίες της Google »


© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Φαρμακολογία: