Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

αιθυλική αλκοόλη

     ethiliki΄ alkoο΄li     
ethyl alcohol

     εθίλ άλκοχολ     

Ερμηνεία:

Το είδος του οινοπνεύματος που καταναλώνουν οι άνθρωποι σε αντίθεση με τη μεθυλική αλκοόλη-methyl alcohol, την ισοπροπυλική αλκοόλη-isopropyl alcohol και άλλες  αλκοόλες.



Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:



Συνώνυμα:
αιθανόλη [ethanο΄li] ethanol (έθανολ)





 Δείτε σχετικές φωτογραφίες της Google »


© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Χημεία: