Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

αδυναμία

     aδinami ΄a    
frailty

     φρεϊλτι    

Ερμηνεία:

Ως αδυναμία περιγράφεται η κατάσταση ου χαρακτηρίζεται από μυική αδυναμία, εξασθένιση της σωματικής δύναμης, που συχνά συνοδεύεται με απώλεια βάρους, η οποία μπορεί να σχετίζεται ή μπορεί να  είναι άσχετη από τη διατροφή.

Η αδυναμία σχετίζεται με αύξηση τηςψ ευπάθειας στο στρες, προκαλώντας μακρύτερης διάρκειας και με περισσότερες επιπλοκές ανάνηψη, μετά από κάποια νόσο.

Η αδυναμία  δεν είναι νόσος, αλλά ένας συνδυασμός της φυσικής γήρανσης και μιας ποικιλίας ιατρικών προβλημάτων. Η αδυναμία   εστιάζεται στην απώλεια των εφεδρειών της ενέργειας και του καλώς έχειν. Ένας επίσης χρήσιμος ορισμός είναι: Η πολυδιάστατη απώλεια των εφεδρειών, ενέργειας, σωματικής ικανότητας, γνωσίας και της υγείας.

 



Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

 

What would make a definition of frailty successful? Rockwood K. Age Ageing2005 Sep;34(5):432-4.

The impact of age-related cataract on measures of frailty in an aging global population. Fukuoka H, Afshari NA. Curr Opin Ophthalmol. 2016 Nov 4.

Frailty and chronic kidney disease: A systematic review. Chowdhury R, Peel NM, Krosch M, Hubbard RE. Arch Gerontol Geriatr. 2016 Oct 22;68:135-142. doi: 10.1016/j.archger.2016.10.007. 

[In Denmark, there is a lack of consensus in the definition of frailty]. Vass M, Hendriksen C. Ugeskr Laeger. 2016 Oct 24;178(43). pii: V04160279. 



Συνώνυμα:





 Δείτε σχετικές φωτογραφίες της Google »


© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Παθολογία: