Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

αδιαφιλονίκητος

     aδiafiloni' ikitos    
unrivaled

     ανράίβαλd    


     Προφορά


Ερμηνεία:

Ο ασυναγώνιστος, ο απαράμιλος



Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

PET/CT imaging reveals unrivaled placental avidity for glucose compared to other tissues.Sawatzke AB et al. Placenta. (2015)

Compartmentalized Microfluidic Platforms: The Unrivaled Breakthrough of In Vitro Tools for Neurobiological Research.Neto E et al. J Neurosci. (2016)

Crystallographic and magnetic structure of the perovskite-type compound BaFeO2.5: unrivaledcomplexity in oxygen vacancy ordering.Clemens O et al. Inorg Chem. (2014)



Συνώνυμα:







© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Ιατρικό λεξιλόγιο: