Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

αγαλλίαση

     aγali΄si    
elation

     ιλέϊσον     


     Προφορά


Ερμηνεία:

Κατάσταση  υπερβολικής ευτυχίας, χαράς,  αισιοδοξίας και καλής ψυχικής διάθεσης και ευφορίας. 



Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

ElationEdward Glover. Br Med J. 1952 February 16; 1(4754): 364.
 
Spore-Elation, I’m the father of a scientist. Raymond J. Roberge. J Med Toxicol. 2006 June; 2(2): 85. doi: 10.1007/BF03161179
 
Irritability and elation in a large bipolar youth sample: relative symptom severity and clinical outcomes over 4 years. Hunt JI, Case BG, Birmaher B, Stout RL, Dickstein DP, Yen S, Goldstein TR, Goldstein BI, Axelson DA, Hower H, Strober M, Ryan N, Swenson L, Topor DR, Gill MK, Weinstock LM, Keller MB. J Clin Psychiatry. 2013 Jan;74(1):e110-7. doi: 10.4088/JCP.12m07874.
 
Distinguishing elation, gladness, and joy. de Rivera J, Possell L, Verette JA, Weiner B. J Pers Soc Psychol. 1989 Dec;57(6):1015-23.


Συνώνυμα:
glee, afterglow, exultation, gladness, jubilation





 Δείτε σχετικές φωτογραφίες της Google »


© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Ψυχολογία: