Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

έκδοχο

     [ιγκζ'ιπιεντ]    
excipient

         

Ερμηνεία:

Συνοδευτική ουσία φαρμάκων, όταν φέρονται σε κcωουλες, δισκία ή διαλύματα.



Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

Potentially harmful excipients in neonatal medicines: a pan-European observational study. Nellis G, Metsvaht T, Varendi H, Toompere K, Lass J, Mesek I, Nunn AJ, Turner MA, Lutsar I; ESNEE consortium. Arch Dis Child. 2015 Apr 8.

Release kinetics of papaverine hydrochloride from tablets with differentexcipients. Kasperek R, Polski A, Zimmer Ł, Poleszak E.Sci Pharm. 2014 May 16;82(3):684-96.

[Studies on new co-processed excipient consisting of lactose and gelatinized starch]. Wang ST, Zhang J, Lin X, Shen L, Feng Y.Zhongguo Zhong Yao Za Zhi. 2014 Nov;39(22):4329-34.



Συνώνυμα:







© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Φαρμακολογία: