Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

άγχω

     a΄gcho    
suffocate

     σάφοκεϊτ    

Ερμηνεία:

Σφίγγω το λαιμό κάποιου με σχοινί ή αγχόνη ή βρόγχο,  στραγγαλίζω κάποιον με βρόχο, φονεύω κάποιον δι απαγχονισμού, πνίγω, προκαλώ σε κάποιον ασφυξία, προκαλώ απόφραξη του ανώτερου αεραγωγού. 



Ετυμολογία:

[Ιπποκράτης < άγχω]

Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:



Συνώνυμα:
choke; drown (τσόουκ, dρόουν)







© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Ιατρικό λεξιλόγιο: