Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

άγχομαι

     a΄gchome    
stressd (to be), anxious (to be)

     στρεσd (του bι), a΄nxias (του bι)    

Ερμηνεία:

Ζω με άγχος, λειτουργώ κάτω από αγψώδεις συνθήκες, κάποιος ή κάτι μου προκαλεί άγχος , πνίγομαι, απαγχονίζομαι, μτφ. πιέζομαι, ζορίζομαι, διακατέχομαι από άγχος, στεναχωρούμαι. 



Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:



Συνώνυμα:
άγχώνομαι







© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Ψυχολογία: